Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Οι νεραϊδες πετούν ψηλά...




Ακροβατώντας σε ένα στάθμισμα της σκέψης,
Λικνίζομαι με μελωδίες αναπάντεχες
Κι είναι μακρύς ο δρόμος μα μ’αρέσει
Γιατί είναι στρωμένος με όνειρα δικά μου

Οι νεράιδες μου πετούν ελεύθερες
Τις απεγκλώβισα από που τις κρατούσαν δέσμιες
Οι φόβοι των περαστικών με το γκρίζο πρόσωπο

Που να οδηγεί απόψε η νύχτα την τροχιά μου
Και γιατί άραγε να ακολουθώ σαν υπνωτισμένη
Χαρταετό γλάρων να σμιλεύει τα άστατα σύννεφα
Με άτακτα φτερουγίσματα

Οι νεράιδες μου πετούν ελεύθερες
Κι αν προχωρήσω κι αν δεν υποταχτώ
Θα πετάξω κι εγώ μαζί τους

Κι αν δεν ξέρω να περπατώ
Συγχώρεσε με
Οι νεράιδες μου ευέλικτα κολυμπούν στην ελευθερία τους
Κι ας ταλαντεύομαι σαν εκκρεμές μέσα στο χάος
Της απέραντης οικουμένης








You looked so beautiful…for a moment…I allowed myself to dream…

Feeling,
Something once I did,
Now only fingers roughly sense
Textures coarse and sharp and dense,
Touch is now for grasp and grip
Objects, not to slip.

 Silence,
Silence everywhere,
Heard above the sound of voices
Crowding out the common noises
Remaining only gentle sighing
My heart crying.

Breath,
In and out, in and out
Mechanical movement grating
Its steadiness I'm hating
Body continues when heart has stopped
Though heart still beats.

Crunching dust,
Flavour just a memory
Was there a time when I enjoyed
The taste of food unalloyed
By bitter dust and nothingness,
Upon the tongue?

Dead,
Yet still living
Moving through my life
As though I have not changed
All inside grief unbounded
Lost love lost
Let me cry,

Let me die!






Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Έφερα τη ζωή μου ως την θάλασσα...


Έφερα τη ζωή μου ως εδώ. Στο σημάδι ετούτο που παλεύει πάντα κοντά στη θάλασσα. Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος με στήθος προς τον άνεμο. Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Επέτειος (απόσπασμα) Οδυσσέας Ελύτης



Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Να τι είμαι



Ένα εκτροχιασμένο τρένο
να τι είμαι
σε κάποιαν άγνωστη γραμμή
που χάνεται στις ζούγκλες

Κλειδούχοι φύλακες με ξέχασαν
κι έμεινα ακούνητο
γερμένο σε μιαν άκρη
βροχή και ξαστεριά

Ένα εκτροχιασμένο τρένο
να τι είμαι
δίπλα πεσμένο παραζαλισμένο
κοιτώντας τα χορτάρια ανάποδα
και τα ξασμένα συννεφάκια
αποξεχάστηκα

Πρέπει ν’ αρχίσω να κινούμαι πάλι
έστω φυτρώνοντας φτερά όπως παλιά
Ω! τώρα θυμούμαι
πρώτα πετούσα
μετά γκρεμίστηκα
μετά σουρνώμουνα
μετά ευπρεπίστηκα

Μου φαίνεται θα ξαναρχίσω να πετάω
κι αν ξαναγκρεμιστώ ελπίζω
να μη με ξαναφέρουν πίσω



Υπερβολή είναι μια αλήθεια που έχασε την ψυχραιμία της

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Εάλω η Πόλις


Κωνσταντίνος Καβάφης «Η Πόλις»

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή. Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή· κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη. Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει. Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις. Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις— δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.




Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Ναυάγιο

                                                             


 Άλλο χαρά και αλλο ικανοποίηση.
Η ικανοποίηση δεν μπορεί να σε πάρει αγκαλιά, να σε κοιτάξει κατάματα, να σε αφουγκραστεί. Ίσως στην καλύτερη να σε ερμηνεψει.

Αλλά τον ωκεανό που κρύβεις μέσα σου, τον αγνοεί, γιατι είναι τυφλή.

Η αγάπη θέλει γενναιότητα.
Και μονο δυνατοί μπορούν να την προσφέρουν, ακόμα ίσως και οι αδύναμοι αλλά που έχουν επίγνωση της αδυναμίας τους, δεν κρύβονται. Πίσω απο ανόητα γέλια, ανούσια αστεία, κανιβαλισμό.
 
Μουσική λοιπόν, μέχρι να καεί το καντηλάκι και να τελειώσουμε και να απομείνει η ανάμνηση ενός εφιάλτη απο όνειρο που δεν πραγματοποιηθηκε. Εκδικούνται άγρια τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Χιλιάδες παράπονα σαν σταγόνες βροχής στο κενό. Μαζί με ανελπιδα αντίο.


Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»


«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»
Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.
Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό-
θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα-
ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.
Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:
«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ-
τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.
Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ-
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».
Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν
ἄνθρωπο.






Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Cause




Ok, δεν έχασα δουλειά, αλλά τι γίνεται όταν χάνεις τον εαυτό σου κάθε βράδυ; Και οι δικοί σου σε αγνοούν και δεν παίρνουν χαμπάρι και σε απομακρύνουν γιατί απλά δεν το διαχειρίζονται; Φτάσαμε σε μια εποχή όπου πρέπει να είσαι διαχειρίσιμος και εσύ σε θέση να διαχειρίζεσαι τα πάντα, τα συναισθήματα σου, την θλίψη σου, τον χρόνο σου, τον καιρό....και πάλι καταλήγεις βουβός και θυμωμένος